Χαμηλές αποδόσεις καταθέσεων στην Κύπρο παρά την υψηλή ρευστότητα των τραπεζών
Οι καταθέτες στην Κύπρο εξακολουθούν να λαμβάνουν από τα χαμηλότερα επιτόκια στην ευρωζώνη, ενώ τα δάνεια κινούνται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα.
Τα επιτόκια που προσφέρονται στους Κύπριους καταθέτες παραμένουν ανάμεσα στα πιο χαμηλά της ευρωζώνης, όπως προκύπτει από τη μηνιαία ανάλυση νομισματικών και χρηματοοικονομικών στοιχείων που δημοσίευσε την Τρίτη η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Τον Σεπτέμβριο οι τράπεζες ανέβασαν το μέσο επιτόκιο στις νέες καταθέσεις νοικοκυριών με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος στο 1,62%, από 1,35% τον Αύγουστο, και στο 1,70% για τις επιχειρήσεις, από 1,56%.
Η ίδια η κεντρική τράπεζα αποδίδει τη διαφορά στην υπερβάλλουσα ρευστότητα των κυπριακών πιστωτικών ιδρυμάτων, από τις υψηλότερες στην ευρωζώνη, καθώς και στη σχετικά μικρή διάρκεια των χαρτοφυλακίων τους. Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας έφτασε το 305% τον Σεπτέμβριο του 2026, έναντι διάμεσου 182% στην ΕΕ.
Στο σκέλος του δανεισμού η εικόνα είναι πιο ισορροπημένη: τα νέα στεγαστικά επιτόκια υποχώρησαν στο 3,88% από 4,16%, και τα καταναλωτικά στο 6,45% από 7,12%, ενώ για επιχειρήσεις έως 1 εκατ. ευρώ ανέβηκαν στο 4,76%. Οι νέες χορηγήσεις συνολικά εκτοξεύτηκαν στα 896,8 εκατ. ευρώ από 390,1 εκατ. τον Αύγουστο, ενώ το μερίδιο των κυμαινόμενων στεγαστικών έπεσε στο 9,8%.
Τι σημαίνει για τους κατοίκους
Όποιος έχει χρήματα σε απλό λογαριασμό ταμιευτηρίου χάνει σε πραγματικούς όρους, αφού η απόδοση μένει πολύ κάτω από τον πληθωρισμό και από ό,τι θα έπαιρνε σε άλλη χώρα της ζώνης του ευρώ. Η κίνηση προς σταθερά επιτόκια στα στεγαστικά είναι λογική, αλλά χρειάζεται προσοχή στη λήξη τους.
- Συγκρίνετε προσφορές: ζητήστε από δύο-τρεις τράπεζες επιτόκια προθεσμιακών καταθέσεων και εναλλακτικών χαμηλού κινδύνου πριν αφήσετε τα χρήματα αδρανή.
- Διαβάστε τους όρους: αν έχετε σταθερό επιτόκιο τριών έως πέντε ετών, υπολογίστε από τώρα τη δόση για την περίοδο μετά τη μετατροπή του.
- Ρωτήστε για το περιθώριο: στα επιχειρηματικά δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ το κόστος ανέβηκε αισθητά, οπότε αξίζει επαναδιαπραγμάτευση.
Το κείμενο γράφτηκε με βάση το άρθρο της πηγής και δεν αποτελεί μετάφρασή του.